τέσσεροι

τέσσεροι
ες, α см. τέσσαρες;

περπατάει στα τέσσερα — ему идёт четвёртый год;

§ τα μάτια σου τέσσερα — смотри в оба;

να πάς στα τέσσερα — беги со всех ног;

με τα τέσσερα — на четвереньках;

δεν ξέρει πού παν τα τέσσερα — он ни аза не знает, он совершенный профан в этом деле;

δεν με μέλει τέσσερα — мне это совершенно безразлично; — мне до лампочки (прост.)


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "τέσσεροι" в других словарях:

  • τέσσεροι — ες, α, Ν (απόλ. αριθμτ.) βλ. τέσσερεις …   Dictionary of Greek

  • δεκατέσσερεις — α και δεκατέσσερες. α και τέσσεροι, α (AM δέκα τέσσαρες, α Α και δεκατέτταρες, α) ποσότητα που αποτελείται από μια δεκάδα και τέσσερεις μονάδες νεοελλ. φρ. «τόν πέρασε γενεές δεκατέσσερες» τού είπε πολλές και άσχημες βρισιές (συνήθως και για την… …   Dictionary of Greek

  • πηγαίνω — ΝΜ και πα(γ)αίνω και πά(γ)ω και πάου Ν 1. μεταβαίνω, προχωρώ και φθάνω κάπου (α. «πηγαίνει εκεί πού ναι ψηλό κυπαρίσσι», Σολωμ. β. «διὰ νὰ μὲ ἐπάρωσι νὰ πάγω πρὸς ἐκείνην», Διγ. Ακρ.) 2. απομακρύνομαι, φεύγω (α. «ώρα να πηγαίνουμε, παρακάτσαμε» β …   Dictionary of Greek

  • τέσσερεις — τέσσερα / τέσσαρες, τέσσαρα, ΝΜΑ, και τέσσαροι και τέσσεροι, ες, α και λόγιος τ. τέσσαρες, τέσσαρα Ν, και αττ. τ. τέτταρες, τέτταρα και ιων. τ. τέσσερες, τέσσερα και δωρ. τ. τέτορες, τέτορα και επικ. και πιθ. αιολ. τ. πίσυρες και αιολ. τ. πέσυρες …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»